Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

ΤΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΠΛΕΓΜΑ ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΟΥ







Στους κύκλους των πιο πρωτοποριακών ερευνητών συζητιέται τα τελευταία χρόνια η ανακάλυψη ότι ο πλανήτης μας περιβάλλεται από ένα ενεργειακό πλέγμα που συνδέει όλα τα ζωντανά πλάσματα μεταξύ τους και συντονίζει σε μια κοινή συχνότητα τους εγκεφάλους των ανθρώπων. Ένας από τους πρώτους ερευνητές-επιστήμονες που παρουσίασαν αυτό το θέμα στο κοινό, είναι ο πολυσυζητημένος (από τις παλαιότερες εμφανίσεις του στο Strange) συνταξιδιώτης μας –όσο και αινιγματικός– Ελληνοαμερικανός ωκεανολόγος και οικοβιολόγος Άγγελος Αριβάνης. Στο τολμηρό κείμενο που ακολουθεί, ο κ. Αριβάνης αποκαλύπτει τα απίστευτα παρασκήνια των ερευνών που αποκάλυψαν την ύπαρξη του Πλέγματος, μιλάει για την προσωπική του εμπλοκή στο θέμα και καταγγέλλει ανοιχτά την αποσιώπηση μιας από τις πιο παράξενες ανακαλύψεις της εποχής μας, αλλά και τον αγώνα εκμετάλλευσής της με άγνωστα αποτελέσματα για τον πλανήτη μας…

Στις αρχές τού 1980, συνεργάστηκα με το ερευνητικό κέντρο της σύμπραξης των πολυεθνικών εταιρειών C&W, Mercury και Valtec. Αυτές έστηναν το υπερσύγχρονο τότε δίκτυο οπτικών ινών στον Ατλαντικό Ωκεανό και στη Μεσόγειο Θάλασσα, το οποίο σήμερα καθιστά δυνατή την εξελικτική τηλεπικοινωνία των κρατών όλου του κόσμου. Για όσους δεν το γνωρίζουν, αυτό το δίκτυο είναι που επιτρέπει σήμερα π.χ. τη λειτουργία τού Internet. Τα ειδικά καλώδια περνούν μέσα από τη θάλασσα και διασχίζουν τεράστιες αποστάσεις ωκεανού, οπότε οι εταιρείες χρειάζονται τη βοήθεια πολλών «θαλάσσιων» ειδικών επιστημόνων για να αντιμετωπίσουν μια μεγάλη σειρά από προβλήματα. (Δεν θεωρώ απαραίτητο να τα αναλύσω, διότι πρόκειται για τεχνικά θέματα, όπως φθορά υλικών, χημικές αντιδράσεις του θαλασσινού νερού με τα πλαστικά και τα μέταλλα των υποθαλάσσιων δικτύων, θαλάσσια «τέρατα», κλπ…) Διεθνείς ομάδες ειδικών δραστηριοποιούνται σε τέτοιες εργασίες (και η επιλογή τους και οι συχνά μυστικοί σκοποί τους είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία…)

Ως σύμβουλος ωκεανολογικών ερευνών είχα αναλάβει μια πολύ συγκεκριμένη εργασία: τη μελέτη της επίδρασης μιας συγκεκριμένης κατηγορίας θαλασσίων μικροοργανισμών στα καλώδια του δικτύου. Αρχικά, νόμισα ότι κυρίως ενδιέφερε τις εταιρίες να βρεθούν τρόποι να καταπολεμήσουν τη φθορά των καλωδίων, αλλά αργότερα κατάλαβα ότι τους απασχολούσε κάτι τελείως διαφορετικό: αντιμετώπιζαν προβλήματα στη μεταφορά των σημάτων. Όταν τα καλώδια περνούσαν από συγκεκριμένες περιοχές, κάθε σήμα που προσπαθούσαν να στείλουν μέσα από αυτά, χανόταν, εξασθένιζε ή γέμιζε παράσιτα. Είχε, όπως λέγαμε, «διαρροή».


Για παράδειγμα, όταν έστελναν ένα σήμα από τη Νέα Υόρκη στη Λισσαβόνα μέσω ενός υποθαλάσσιου καλωδίου που περνούσε από το σύμπλεγμα των νήσων Αζόρες, το σήμα έχανε μεγάλο μέρος της ισχύος του ή δεν έφτανε καθόλου. Όταν το έστελναν μέσω μιας τελείως διαφορετικής διαδρομής, πιο βόρεια, στο ύψος της Ιρλανδίας, το σήμα δεν μειωνόταν καθόλου. Ήταν σαν να το «βοηθούσε η διαδρομή», ακόμη και αν το μήκος του καλωδίου διπλασιαζόταν! Αυτό ίσχυε και για τα καλώδια οπτικών ινών αλλά και για τα παραδοσιακά θωρακισμένα καλώδια χαλκού, που στήνονταν τότε με τις υποθαλάσσιες εργασίες.

Το πρόβλημα, δεν μου φαινόταν να έχει άμεση σχέση με τις δικές μου ειδικεύσεις στην Οικοβιολογία και την Ωκεανολογία, και στην αρχή απόρησα για τα ακριβή κριτήρια της επιλογής εμού και των συνεργατών μου. Ήταν φανερό ότι το πρόβλημα σχετιζόταν περισσότερο με κάποια άγνωστα ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα της ατμόσφαιρας του πλανήτη. Όπως διαπίστωσα αργότερα, κάποιοι ειδικοί τεχνικοί των ραδιοεπικοινωνιών και των ραντάρ, γνώριζαν το πρόβλημα και το απέδιδαν στις ηλεκτρομαγνητικές «δίνες» (Vortexes) που εκδηλώνονται σε κάποια σημεία του πλανήτη. Τότε νόμιζαν ότι αυτές οι δίνες ήταν τυχαία γεγονότα που παράγονταν από κάποιες ανωμαλίες της επιφάνειας του εδάφους ή του πυθμένα των θαλασσών.